25 Ιουν 2017

Μαθήματα από το Βουνό


Η Φύση είναι ο μεγάλος δάσκαλος και παιδαγωγός μας, έλεγε η αγαπημένη μου Δασκάλα. Πρέπει να έχεις, όμως, αυτιά να Την ακούσεις, μάτια να τη δεις, ανοιχτή καρδιά και νου για να λάβεις τα δώρα Της. Αυτό, για εμάς τους 'δυτικούς' απαιτεί να μάθουμε και να ξεμάθουμε πολλά, συνήθως. 


Φέτος ανεβήκαμε 9 άνθρωποι στο βουνό (8 μαθητές και ο δάσκαλος). Σεμινάριο "άγριας διαβίωσης" το είχαμε ονομάσει. Πράγματι, διδαχτήκαμε και κάναμε πρακτική σε κάποιες δεξιότητες "επιβίωσης" (πρακτικές έκτακτης ανάγκης, προτεραιότητες για την επιβίωση, δημιουργία καταλύματος/καταφυγίου κτλ), αλλά και σε δεξιότητες διαβίωσης που ξεπερνούν τα όρια της απλής επιβίωσης: πώς να διαλέγουμε τα ξύλα για να ταϊσουμε τη φωτιά μας, πώς να χρησιμοποιούμε το μαχαίρι μας με ασφάλεια, πώς να διευρύνουμε τις αισθήσεις μας και να ελαφρύνουμε το πάτημά μας (κυριολεκτικά και μεταφορικά). 


Πέρα από την "ύλη" του σεμιναρίου, που ήταν συγκεκριμένη, και που κάποιοι από μας την είχαμε "ξαναδιδαχθεί" είτε στο περσινό είτε σε παρόμοια σεμινάρια, τα μαθήματα που πήραμε ως βιώματα από το δάσος ήταν πολλαπλά. Μεταφέρω κάποια από αυτά εδώ:
  • Μοιραζόμαστε το χώρο με πολλά άλλα όντα (ζώα, έντομα, φυτά) που έχουν τις δικές τους ζωές και προτεραιότητες επιβίωσης. Τα ίχνη τους είναι παντού, εάν θελήσουμε να τα δούμε. Πρόκειται για ντροπαλά και διακριτικά κατά το πλείστον όντα. Είμαστε επισκέπτες στο χώρο τους. Είναι στο χέρι μας το πώς θα μας φερθούν.
  • Μπορεί οι "κλασσικές" προτεραιότητες επιβίωσης να είναι (κατά σειρά αντοχής) το κατάλυμα/καταφύγιο, η φωτιά, το νερό, και η τροφή, αλλά η κοινότητα είναι υψίστης σημασίας... Νιώθεις αλλιώς να βρίσκεσαι σε ένα ανοίκειο περιβάλλον μόνος ή με φίλους: αλλιώς περνάει η μέρα μαζί, αλλιώς περνάει η νύχτα. Εξάλλου δεν είμαστε όλοι καλοί σε όλα - κάποιος τα καταφέρνει καλύτερα με το τσεκούρι, κάποιος άλλος με το τσουκάλι, κάποιος ξέρει τα μανιτάρια, κάποιος άλλος τα χόρτα, κάποιος λέει ιστορίες, κάποιος τραγούδια. Ολοι είμαστε σημαντικοί και αναγκαίοι ο ένας για τον άλλον. Ολοι έχουμε κομμάτι της σοφίας...
  • Μέσα στην κοινότητα μοιραζόμαστε εκτός από τις δεξιότητές μας και τα συναισθήματά μας. Το μοίρασμα της χαράς το ξέρουμε, είναι εύκολο: λέμε αστείες ιστορίες και γελάμε, τραγουδάμε και χορεύουμε αυθόρμητα μαζί. 
  • Φέτος υπάρχει διάχυτη μία βαριά θλίψη ανάμεσά μας. Κάτι η συνεχιζόμενη οικονομική ανασφάλεια (ανασφάλεια επιβίωσης) που πλήττει πολλούς από μας, κάτι οι καταιγιστικές αποκαλύψεις για τα εγκλήματα που έχει διαπράξει και διαπράττει η ανθρωπότητα ενάντια στα μέλη της (αυτοάνοσο νόσημα πλέον), κάτι η αντίληψη οτι μεγάλο μέρος των συνανθρώπων μας ζουν ζωές σε ημι-ύπνωση, κάτι η συνειδητοποίηση οτι οι κυβερνήσεις και οι εξουσίες δεν πρόκειται ποτέ να υπηρετήσουν τα ανθρώπινα δικαιώματα του μέσου πολίτη, κάτι η αίσθηση της αδυναμίας μπροστά στα μεγαθήρια της διαφθοράς, κάτι η συνειδητοποίηση οτι είμαστε όλοι μα όλοι εμπλεγμένοι σε πράγματα που δεν θέλουμε/δεν πιστεύουμε/δεν αντέχει η ψυχή μας... Τη θλίψη αυτή τη βιώνουμε κατά μόνας, συνήθως. Οταν μαζευόμαστε στην παρέα, πάμε να "διασκεδάσουμε" (να διασκορπίσουμε - τη θλίψη μας, προφανώς), και δεν αναγνωρίζουμε οτι και η θλίψη και το πένθος χρειάζονται μοίρασμα: κουβέντα, σιωπή, αγκαλιά, αλληλεγγύη συνειδητή. Οχι του τύπου "αχ τον καημένο τον λυπάμαι γιατί..." αλλά "πονάς εσύ, πονάω κι εγώ". Νιώθουμε άβολα να μοιραστούμε τη θλίψη μας, γιατί συχνά κιόλας δεν έχει 'αντικείμενο' συγκεκριμένο. Πονάμε γιατί πονάει και ο συνάνθρωπος, και η ανθρωπότητα ολόκληρη, κι ας μην συνειδητοποιούμε οτι πονάμε για αυτό. Είναι όμως σημαντικό να το μοιραζόμαστε, να μοιραζόμαστε και αυτά τα συναισθήματα, τα δύσκολα, να μην τα πνίγουμε στην υπερδραστηριότητα, στο ποτό, ή στο φαγητό (ή στις όποιες εξαρτήσεις μας). Νιώθω οτι μόνο με αυτό το μοίρασμα ανακτούμε τη βασική μας ανθρωπιά. Η κοινότητα έχει χρέος να δημιουργήσει έναν ασφαλή χώρο για το μοίρασμα αυτό...
  • Οταν παίρνουμε κάτι από τη Γη, Της οφείλουμε ένα αντίδωρο. Μία τελετή, ένα έργο των χεριών μας, ένα τραγούδι. Για τους Μάγιας, όσο χρόνο χρειαζόταν να αποσπαστεί ένα υλικό από τη φύση/γη, χρειαζόταν τριπλάσιος χρόνος ευχαριστίας (π.χ. εάν ένας κορμός ήθελε 3 ώρες για να κοπεί, χρειαζόταν μία τελετή 9 ωρών ως ευχαριστία). Λέγεται οτι γι αυτό οι Μάγιας δεν είχαν φτιάξει αυτοκίνητο: ο χρόνος ευχαριστίας για όλα τα υλικά θα ξεπερνούσε το χρόνο ζωής ενός ανθρώπου!
  • Οι παλιοί έλεγαν οτι η κάθε μας πράξη έχει επιπτώσεις μέχρι και την 7η μελλοντική γενιά.  Τόση είναι η ευθύνη μας. Πόσο διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος μας εάν σκεφτόμαστε έτσι!
  • Αυτό που είμαστε σήμερα οφείλεται στις αποφάσεις που πήραν κάποτε οι πρόγονοί μας, είμαστε τα αποτελέσματα των πράξεων και των αποφάσεών τους. Στους προγόνους μας οφείλουμε ευγνωμοσύνη και θεραπεία.
  • Ζώντας σε πόλεις, συχνά μακριά από τη γενέτειρά μας και τη γενέτειρα των προγόνων μας, έχουμε χάσει τη σύνδεσή μας με τη Γη και την πρωτογενή μας κοινότητα. Αυτή η σύνδεση υπάρχει, κάποτε μας μιλάει μέσα από μουσικές, γεύσεις, όνειρα, παρορμήσεις - η αποκατάσταση αυτής της σύνδεσης μας 'γειώνει' και μας καθιστά πιο υγιείς ψυχικά. Νιώθουμε καλύτερα, πιο οικεία (πιο "στο σπίτι μας").
  • Ο άνθρωπος είναι βιολογικό είδος που φωλιάζει, φτιάχνει φωλιά - γι αυτό το κατάλυμα/καταφύγιο είναι η πρώτη προτεραιότητα επιβίωσης για μας. Η αίσθηση της ασφάλειάς μας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την ύπαρξη καταφυγίου. Iσως γι αυτό, το να χάσει κάποιος το σπίτι και την πατρίδα του (από εξορία, οικονομική δυσπραγία, φυσική καταστροφή ή πόλεμο/προσφυγιά) είναι τόσο τραγικό, και εμπνέει (και αξίζει) την απόλυτη και αμέριστη αλληλεγγύη μας.
  • Η αμέσως επόμενη προτεραιότητα επιβίωσης είναι η φωτιά. Η ικανότητα του να μπορείς να "φτιάξεις" φωτιά με τα χέρια σου (δια της τριβής), είναι, για τους Βουσμάνους Σαν (που ζουν στην έρημο Καλαχάρι) η απόδειξη και η διασφάλιση του οτι μπορούν να ζήσουν σαν άνθρωποι. "Τία Μάσε" λένε όταν ανάψουν τη φωτιά: "Στεκόμαστε όρθιοι".







Πολλές ιστορίες λέγονται γύρω από τη φωτιά. Η φωτιά εμπνέει το μοίρασμα. Ψάχνοντας για έμπνευση σχετικά με το πώς μπορούμε να ζήσουμε τη ζωή μας με μεγαλύτερο σεβασμό για τη Φύση εντός και εκτός, μιλήσαμε για αντιλήψεις και πρακτικές παλαιότερων κοινωνιών (κάποιες χάνονται και στα βάθη της προϊστορίας), κοινωνιών που δεν ζούσαν "σε διάσταση" με τη Γη:




Τη φωτιά της κατασκήνωσής μας την ανάψαμε δια της τριβής, με ξύλο, κάπως τελετουργικά: όλοι φυσήξαμε, είχε όλων μας την πνοή. Την ταϊσαμε 'προσάναμμα' από χνούδια λεύκας, φλοιό σημύδας, ξερές φτέρες μέχρι να πιάσει καλά, κι έπειτα βάλαμε τα ξύλα. Εμεινε αναμμένη, η καρδιά της διαρκώς ζωντανή, καθ΄όλη τη διάρκεια της παραμονής μας στο δάσος, και πάντα υπήρχε κάποιος που τη φρόντιζε. Ολοι φροντίζαμε να φέρνουμε ξύλα, τα οποία και στοιβάζαμε ανάλογα με το μέγεθός τους, για ευκολία επιλογής την κρίσιμη ώρα. Η φωτιά ήταν η εστία που μας μάζευε ως ομάδα, μας ζέσταινε, μας έτρεφε, απολύμανε το νερό μας, βοήθησε να φτιάξουμε τα ξύλινα κουτάλια μας, μας φώτιζε τη νύχτα, μας προστάτευε από πιθανές επισκέψεις άγριων ζώων. Τη φωτιά αυτή τη σβήσαμε την τελευταία μέρα λίγο πριν φύγουμε: η μικρότερη και η μεγαλύτερη από τις συμμετέχουσες έριξαν επάνω της ένα καζάνι με νερό, μέχρι να σβήσει και η τελευταία σπίθα. Μετά καλύψαμε την εστία με τρόπο ώστε να μην αφήσουμε το παραμικρό ίχνος της παρουσίας μας στο δάσος.


Ο καλύτερος τρόπος να παρατηρήσεις έναν τόπο είναι να διαλέξεις ένα σημείο παρατήρησης, και να πηγαίνεις εκεί όσο συχνότερα γίνεται, σε τακτά χρονικά διαστήματα, και απλά να 'είσαι'. Να κοιτάς, να ακούς, να αφουγκράζεσαι. Σιγά-σιγά, με την ώρα, με τον καιρό, το τοπίο αρχίζει να σου αποκαλύπτεται, αρχίζεις να βλέπεις μοτίβα, να καταλαβαίνεις τι γίνεται γύρω σου, να βλέπεις λεπτομέρειες. Είναι μία πολύτιμη πρακτική για την πρώτη αρχή σχεδιασμού της περμακουλτούρας: "παρατήρησε και αλληλεπίδρασε".

Στο δάσος - αλλά και παντού - η παρουσία μας διαταράσσει: σαν μία πέτρα που πέφτει στη λίμνη και κάνει ομόκενρους κύκλους, η παρουσία μας γίνεται αισθητή και επηρεάζει το γύρω χώρο. Τα πουλιά σταματούν για λίγο να κελαηδούν, ή δίνουν σήματα κινδύνου ("κάτι άγνωστο ήρθε στην επικράτειά μου" "κάτι νέο έπεσε στην αντίληψή μου, ας δω τι είναι και αν με απειλεί"). Σιγά-σιγά, αν είμαστε ήσυχοι εντός και εκτός, η κανονικότητα αποκαθίσταται, και μπορούμε να παρατηρήσουμε την αληθινή ζωή του δάσους (του τόπου) από το σημείο μας. Υπάρχουν τρόποι να γίνουμε πιο αόρατοι και αλαφροπάτητοι... Οι 'πρωτόγονοι' πρόγονοί μας χρειάζονταν αυτές τις δεξιότητες προκειμένου να μπορούν να προσεγίσουν ένα θήραμα χωρίς να τους πάρει (κυριολεκτικά) μυρωδιά.


Η δύναμη του βλέμματός μας είναι μεγάλη. Οπου εστιάζουμε τα μάτια μας εστιάζουμε και την ενέργειά μας - αυτό το αντιλαμβανόμαστε όταν κάποιος μας "καρφώνει" με το βλέμμα του, και 'ασυναίσθητα' κοιτάζουμε προς το μέρος του. Τα ζώα το καταλαβαίνουν πολύ περισσότερο: και όντας υποψιασμένα για τις προθέσεις του ανθρώπου, φεύγουν (ή, επιτίθενται)! Ο άνθρωπος, όμως, έχει τη δυνατότητα της λεγόμενης περιφερικής όρασης, τη δυνατότητα του να μην εστιάζει πουθενά το βλέμμα και έτσι να έχει οπτική αντίληψη 180 μοιρών (και περισσότερο - κάποιες μαμάδες ιδιαίτερα ζωηρών τρίχρονων, π.χ., έχουν μάτια και στην πλάτη τους!). Οταν το βλέμμα μας δεν εστιάζει πουθενά, η παρουσία μας δεν εκλαμβάνεται ως απειλητική, και έτσι μπορούμε να παρατηρήσουμε ζώα και πουλιά χωρίς να μας αντιλαμβάνονται.


Σε μία εποχή τεράστιων προκλήσεων όπως η σημερινή, είναι σημαντικό να σταθούμε και να αναλογιστούμε τι είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπους. Γεννιόμαστε άνθρωποι, ή γινόμαστε; Τι είναι ο άνθρωπος; Ποιά είναι η αληθινή του σχέση με τη Γη και τα υπόλοιπα πλάσματα με τα οποία συγκατοικεί; Ποιά είναι η φύση μας; Τι είναι Αγριο; Η ζωή μέσα στο δάσος, η σιωπή και η άγρια αυθύπαρκτη ομορφιά του βουνού, μας φέρνουν αντιμέτωπους με τα ερωτήματα αυτά, τα οποία πυροδοτούν σκέψεις και συλλογισμούς (ακόμα και αν δεν έχουμε ακριβείς και σίγουρες απαντήσεις).

Και μετά έρχονται τα επόμενα ερωτήματα: τι χρειάζεται να κάνουμε ώστε τα παιδιά μας να ζήσουν σε έναν πλανήτη με καθαρό νερό, θαλερά δάση, θάλασσες με ψάρια, και ελέφαντες; Γράφω ελέφαντες, γιατί είναι ένα είδος του οποίου η επιβίωση απειλείται από τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Χρειαζόμαστε βιωσιμότητα, ή αναγέννηση; 

Ο καθένας μας σίγουρα κάνει ότι ξέρει και μπορεί. Προστατεύει ότι αγαπά (και όσο μεγαλύτερη η σφαίρα  της αγάπης του, τόσο μεγαλύτερη και η εμβέλεια της προστασίας που επιδιώκει).

Εγώ, πάντως, θα ήθελα να ζώ σε έναν κόσμο όπου τα δάση, τα ποτάμια, τα ζώα, τα σπάνια φυτά και οι θάλασσες να μη χρειάζονται προστασία από κανέναν.






5 Φεβ 2017

Aυτάρκεια και Κοινότητα


Η "αυτάρκεια" είναι ένα ιδανικό και μια λέξη-καραμέλα για πολλούς από μας σήμερα. Θέλουμε να γίνουμε διατροφικά αυτάρκεις, ενεργειακά αυτάρκεις, αυτάρκεις γενικότερα. Για πολλούς από μας αυτό έχει μια γοητεία και μία περηφάνια, ίσως την ανάγκη και την περηφάνια της ενηλικίωσης, ίσως τη γοητεία και την περηφάνια του: "εγώ μπορώ να σταθώ στα δικά μου πόδια και δεν έχω ανάγκη κανέναν σας!"

Μαθαίνουμε να καλλιεργούμε την τροφή μας, να μεταποιούμε, να κρατάμε το σπόρο μας, να φτιάχνουμε τα ρούχα μας, να αυτοθεραπευόμαστε, να φτιάχνουμε 'αυτόνομα' ενεργειακά συστήματα, να φτιάχνουμε το κρασί και τη μπύρα μας, να κάνουμε αυτοεκδόσεις, και ένα σωρό άλλα. Φαίνεται να είναι το ζητούμενο (και η φιλοδοξία) της εποχής, για κάποιους από μας.

Εχω εδώ μπροστά μου τη "βίβλο" της αυτάρκειας, ένα βιβλίο που λέγεται "The Complete Book of Self-Sufficiency" (John Seymour). Στο εξώφυλλο γράφει "for those who seek an improved way of life" (γι αυτούς που ψάχνουν έναν καλύτερο τρόπο ζωής). Καλύπτει τα πάντα - από το πώς να καλλιεργείς τροφή, να εκτρέφεις ζώα, να κυνηγάς και να ψαρεύεις, να κουρεύεις πρόβατα, να επεξεργάζεσαι το δέρμα και το μαλλί, να γνέθεις, να δουλεύεις το ξύλο το μέταλλο και τον πηλό (για να φτιάχνεις εργαλεία, τούβλα και σκεύη π.χ.)... τα πάντα!

Το διαβάζω, και αναρωτιέμαι: εγώ, τι μπορώ (και τι έχει νόημα) να κάνω απ' όλα αυτά; Είναι, τελικά, αυτό το ζητούμενο;


από το βιβλίο "permaculture - a designer's manual" του Bill Mollison

Στη φύση δεν υπάρχει ούτε ένας "αυτάρκης" οργανισμός. Δεν υπάρχει ούτε ένα όν, ούτε ένα πλάσμα που να μην συνεργάζεται με άλλους οργανισμούς, ανταλάσσοντας αμοιβαία προϊόντα και υπηρεσίες. Τα άνθη προσφέρουν άρωμα, γεύση, τροφή στα έντομα προκειμένου να τα έλξουν για την επικονίαση.Τα δέντρα χρειάζονται τα πουλιά και τους σκίουρους για να διασπείρουν τους σπόρους τους (και να γεννήσουν το δάσος), χρειάζονται τα μυκόρριζα για να ανταλάσσουν ουσίες από το έδαφος, χρειάζονται τα έντομα για την επικονίαση. Οι αρκούδες χρειάζονται τις μέλισσες. Χρειάζονται και τους μικρούς καρπούς του δάσους για να τραφούν, και ανταλάσσουν τροφή με φροντίδα (προσφέρουν κλάδεμα και λίπανση). Τα πρόβατα σε ένα λιβάδι βοηθούν (με την κοπριά τους) να διατηρηθούν οι πληθυσμοί των αγριολούλουδων, με αντάλλαγμα το χώρο της βοσκής τους. Οι ιπποπόταμοι χρειάζονται τους κροκόδειλους για να τους καθαρίζουν τη λιμνούλα από τα πτώματα των εισβολέων σε αυτή (με αντάλλαγμα την τροφή ξανά). Και πάει λέγοντας. 

Οπου και να κοιτάξουμε γύρω μας υπάρχει αφθονία παραδειγμάτων αμοιβαίας συνεργασίας. Σε ένα υγιές οικοσύστημα δεν περισσεύει κανείς.

Και αν το οικοσύστημα το ονομάσουμε με έναν πιο ανθρωποκεντρικό όρο και το πούμε κοινωνία; Κοινότητα; 


Το να είναι ο καθένας μας μία νησίδα αυτάρκειας δεν φαίνεται να είναι ούτε εφικτό, ούτε βιώσιμο, αλλά ούτε και ζητούμενο. Είναι κοινοτυπία να το λέμε, και ίσως χτυπάει λιγάκι τον εγωισμό μας, αλλά χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον.

Είναι λογικό, μέσα σ' έναν κόσμο που έχει φτάσει να εξαρτάται από μία μολυσματική για τη γη τεχνολογία και γεωργία, και από εργασιακές σχέσεις που μόνο για τα "μάτια του κόσμου" δεν αποκαλούνται δουλεία, να θέλουμε να απέχουμε, να θέλουμε να απεξαρτηθούμε. Να θέλουμε να απεξαρτηθούμε από το πετρέλαιο (που γεννά πολέμους και προσφυγιά, τελειώνει κιόλας) και όλα τα ορυκτά καύσιμα, να απεξαρτηθούμε από τις πολυεθνικές εταιρείες (που γιγαντώθηκαν πέραν πάσης λογικής και απειλούν τα θεμέλια της δημοκρατίας), να απεξαρτηθούμε από τη βιομηχανία της μόδας (που απειλεί - και συχνά καταργεί - την αξιοπρέπεια των εργαζομένων και των καταναλωτών της), να απεξαρτηθούμε από έναν τρόπο ζωής που εξαρτάται από τη μαζική βιομηχανική παραγωγή και που απειλεί την ίδια μας την επιβίωση επάνω στη Γη. 

Απεξάρτηση, ναι. Μα η αυτάρκεια, με την ουσιαστική σημασία του όρου, είναι φενάκη. Ο άνθρωπος χρειάζεται τη φυσική δημιουργία, χρειάζεται και τον συνάνθρωπο. Ο άνθρωπος χρειάζεται κοινότητα, όπως και όλα τα όντα του πλανήτη. Κι επειδή (τόσο στη φύση, όσο και στις ανθρώπινες κοινότητες) λειτουργεί ο "νόμος" της διαφορετικότητας, της βιοποικιλότητας, διαφορετικά δεν υφίσταται δυνατότητα επιβίωσης, οι κοινότητες περιέχουν ανθρώπους όλων των ειδών και των δεξιοτήτων. Δεν θα γίνουμε όλοι τσαγκάρηδες (γιατί ακόμα κι αν ξέρουμε να φτιάχνουμε τα παπούτσια μας, ένας ειδικευμένος τσαγκάρης θα τα φτιάξει ωραιότερα!), ούτε όλοι αμπελουργοί, ούτε όλοι θα πλέκουμε πουλόβερ με την ίδια ταχύτητα και δεξιοτεχνία.

Κοινότητα, λοιπόν. Συνεργασία. Αμοιβαία ανταλλαγή: ενέργειας, δεξιοτήτων, προϊόντων, γνώσεων, υγιών αισθημάτων. Κανείς δεν περισσεύει.

Αφίσα από τους Ζαπατίστας του Μεξικού: "Ενας άλλος κόσμος είναι εφικτός, ένας κόσμος που χωράνε όλοι οι κόσμοι"
...Και ίσως η πιο σημαντική δεξιότητα (σε μία κρίση ή ακραία κατάσταση) να μην είναι, όπως συχνά πιστεύουμε, η ικανότητα του να καλλιεργούμε τροφή ή να κατασκευάζουμε κατάλυμα, αλλά η ικανότητα του σχετίζεσθαι, η ικανότητα της σύναψης μίας ειρηνικής και αγαπητικής σχέσης με τον συνάνθρωπο.


22 Νοε 2016

Το Νερό της Γης


Δεν υπάρχει άλλο στοιχείο που να μας θυμίζει περισσότερο αυτό που λέμε "ψυχή", που ανάλογα με τη θερμοκρασία του να παγώνει, να ρέει, και να μεταμορφώνεται σε αεράκι που πετάει και γίνεται σύννεφο στον ουρανό. Δεν υπάρχει άλλο στοιχείο με τόσο παράδοξες ιδιότητες. Τη μεγαλύτερη πυκνότητά του την έχει στους 4 βαθμούς Κελσίου: είτε το κρυώσουμε είτε το θερμάνουμε ο όγκος του θα αυξηθεί, και θα ελαφρύνει (γι αυτό οι πάγοι επιπλέουν και τα σύννεφα ανεβαίνουν στον ουρανό).


Η θέα του Νέστου νωρίς το πρωί, καθώς ο ήλιος εξάτμιζε το νερό, με τα μικρά σχεδόν ανθρωπόμορφα συννεφάκια να ρέουν μαζί με το ποτάμι και τη χαμηλή νέφωση από πάνω λειτούργησε μέσα μου σαν μία αρχέγονη εικόνα: μου θύμισε τα βιβλία που διάβαζα μικρή, για τις παλιές εκείνες εποχές της Γης που όλα άχνιζαν και έρεαν, και οι μορφές ήταν ακόμα εν τη γενέσει τους, και τίποτα δεν ήταν στέρεο και παγιωμένο. Ολα ήτανε νερό.


Ο δεσμός που δημιουργείται ανάμεσα στα άτομα που απαρτίζουν το νερό (το υδρογόνο και το οξυγόνο) είναι τόσο έντονος και δυνατός που δημιουργείται αυτό που λέμε επιφανειακή τάση: όταν το νερό έρχεται σε επαφή με τον αέρα η επιφάνεια του νερού λειτουργεί σαν προστατευτικός υμένας. Ετσι οι σταγόνες του νερού είναι σφαιρικές, έτσι τα πράγματα που επιπλέουν δεν σπάζουν την επιφάνειά του (και κάποια εντομάκια περπατάνε επάνω του χωρίς να βουλιάζουν) ...


Ζούμε στον πλανήτη νερό, έχουμε σώματα νερού: αίμα, ούρα, σάλιο, δάκρυα. Οταν βρισκόμαστε εντός του νιώθουμε να ελαφραίνουμε (άλλη μία θαυμαστή ιδιότητα του νερού), να ξεπλενόμαστε φυσικά και μεταφυσικά (καμιά φορά σκέφτομαι οτι αυτά τα δύο δεν έχουν καμία διαφορά στην τελική, η διαφορά τους έγκειται στο τι μπορεί να εξηγήσει η τρέχουσα επιστήμη και τι όχι κάθε φορά). Δεν υπάρχει κανένα όν, καμιά μορφή ζωής που να μην εξαρτάται άμεσα από το νερό...


To νερό μας καθρεφτίζει, μας δείχνει αυτό που είμαστε. Η θάλασσα είναι γαλάζια γιατί καθρεφτίζει το μπλέ του ουρανού, και όχι το ανάποδο (πού το βρίσκει το μπλε ο ουρανός; γαλάζια είναι η "αύρα" της Γης, γαλάζια φαίνεται από το διάστημα). Η κατάσταση των υδάτων δείχνει ποιοί είμαστε, δείχνει τον πολιτισμό μας, τις προτεραιότητές μας, την ηθική μας, τη "μορφή" της ψυχής μας. Και σίγουρα κάτι δεν πάει καθόλου καλά με την ανθρωπότητα: τα νερά της Γης μας δηλητηριάζονται από τις εξορυκτικές μας δραστηριότητες, ρυπαίνονται από πλείστες όσες ακατάλληλες ουσίες (πλαστικά, φυτοφάρμακα, βαρέα μέταλλα, κτλ) σε ποσότητες που η Γη δεν μπορεί πλέον να διαχειριστεί, και κατασπαταλώνται αστόχαστα. 
Το κλίμα της Γης έχοντας τη βάση του στο νερό, επίσης μας καθρεφτίζει. Είναι ο τρόπος του να μας "μιλά": ακραίες ξηρασίες και πλημμύρρες ερημοποιούν ("ρημάζουν") τόπους που συντηρούσαν τη ζωή, τεράστια κύματα αφανίζουν πόλεις, κ.ο.κ. Κάτι δεν κάνουμε καλά οι άνθρωποι.


Νερό υπάρχει άφθονο, ναι - αλλά το νερό που είναι διαθέσιμο για πόση από τον άνθρωπο είναι κάπου το 0.03% του συνολικού νερού του πλανήτη. Πρόκειται για το πιο πολύτιμο ορυκτό που διαθέτει αυτή τη στιγμή η Γη! Τα πολύτιμα υλικά, αυτά με τις παράξενες ιδιότητες, αυτά από τα οποία εξαρτάται η επιβίωση και η ζωή μας, τα θεωρούμε ιερά. Πόσο τιμούμε το νερό; με ποιό τρόπο αναγνωρίζουμε την ιερότητά του στη ζωή μας;


Το νερό διαθέτει μνήμη και "νοημοσύνη". Το απέδειξαν τα πειράματα του Δρος Μασάρου Εμότο και του Βίκτωρα Σάουμπέργκερ. Το νερό ενός τόπου δεν είναι ίδιο με το νερό ενός άλλου, κι ας έχουν την ίδια χημική σύσταση - η διαφορά βρίσκεται στη δομή των κρυστάλλων κάθε φορά. Το νερό εντός μας αλληλεπιδρά με το νερό που υπάρχει γύρω μας, και έτσι νιώθουμε την οικειότητα των τόπων των παιδικών μας χρόνων και της πατρίδας μας: τα νερά μας "αλληλοαναγνωρίζονται". Ο λαός μας λέει για κάποιον που δεν είναι σε οικείο περιβάλλον "έχασε τα νερά του", "είναι έξω από τα νερά του".

Σήμερα το νερό (άρα και η επιβίωσή) μας βρίσκεται σε κίνδυνο. Ευτυχώς ο πλανήτης μας διαθέτει ακόμα νοήμονα ανθρώπινα όντα: ανθρώπους που αντιστέκονται σθεναρά στις εξορύξεις ("πολύτιμων" μετάλλων και "επικερδών" ορυκτών - βλέπε Σκουριές, Standing Rock και αλλού), ανθρώπους που σχεδιάζουν στρατηγικές εξοικονόμησης νερού (είναι το πρώτο και κύριο μέλημα της Περμακουλτούρας σήμερα!), έξυπνους και ευαίσθητους αγρότες που εφαρμόζουν εδαφοκάλυψη και ποτίζουν με περίσκεψη, και σύγχρονους "ιερείς" που προσεύχονται και ευλογούν τα μολυσμένα νερά... Και πάντα, το ζητούμενο είναι να γίνουμε περισσότεροι. 



Το ζητούμενο είναι να φερθούμε στο νερό σαν το ιερό αγαθό που είναι. 
Το ζητούμενο είναι να αναγνωρίσουμε οτι το νερό είναι δικαίωμα όλων των όντων που ζουν στον πλανήτη μας.


13 Νοε 2016

Ταξίδι στη Ρουμανία

Ξεκινήσαμε μεσάνυχτα από τη Θεσσαλονίκη, δυό οχήματα, μέσα από τις νυχτερινές ομίχλες της Βουλγαρίας (ιδέα δεν είχαμε για τους κινδύνους που ελλόχευαν και μας προσπέρασαν). Το πρωί διασχίσαμε τον Δούναβη, και μπήκαμε στη Ρουμανία. Στόχος μας η Κλούζ-Νάποκα, δεύτερη σε μέγεθος πόλη της χώρας μετά το Βουκουρέστι, και το Πανευρωπαϊκό Συνέδριο Νυελένι...


Μικρά χωριά, φροντισμένα σπιτάκια με ξύλινους φράχτες και διακοσμητικά τελειώματα στα πορτοπαράθυρα, μπουγάδες, κρεμασμένες πιπεριές, ξύλινα κάρα με άλογα, φύλλα που έπεφταν κίτρινα, λαχανικά που πωλούνταν στους διερχόμενους:  πιπεριές, καρπούζια, κολοκύθες, κουνουπίδια, λάχανα χωρίς τελειωμό. Αγροτική αφθονία.



Φυσιογνωμίες ξερακιανές, με σκούφους και παντελόνια του χωραφιού, τσεμπέρια, που κάθονταν πλάι στα κάρα ή σε πεζούλες, έτσι, μόνοι ή μαζί, χαζεύοντας τα αυτοκίνητα που περνούσαν ή το χώμα. Στα χωράφια με τα άλογα και τα κάρα στοίβαζαν θημωνιές ή - τι άλλο; - λάχανα. Το αυτοκίνητο περνούσε με ταχύτητες απαγορευτικές για το φακό, μα οι εικόνες που μένουν μέσα μας είναι ακόμα πιο ζωντανές γιατί μπλέκονται με τα συναισθήματα που γέννησαν.




Η Ρουμανία ζει στην ύπαιθρό της: έχει το ήμισυ όλου του αγροτικού πληθυσμού της Ευρώπης, ποσοστό που σιγά-σιγά χάνεται, καθώς οι μικροί αγρότες δεν μπορούν πλέον να αυτοσυντηρηθούν όντας έξω από τις προδιαγραφές των επιδοτήσεων της ΕΕ (οι οποίες ευνοούν και συντηρούν τις μεγάλες αγροβιομηχανικές μονάδες). Μαζί με την την αξιοπρέπεια και την ανεξαρτησία τους χάνεται και η γνώση αιώνων. Αυτό ήταν και το μεγάλο θέμα του συνεδρίου!


Και το ταξίδι συνεχίζεται. Τα χωριά διαδέχονται κάμποι, εκτάσεις τεράστιες, οριοθετημένες με ταμπελάκια της πολυεθνικής εταιρείας που παρέχει σπόρους λιπάσματα και ζιζανιοκτόνα (με το αζημίωτο φυσικά). Οι ταμπελίτσες είχαν το σχήμα του "stop".


Πορεία πλάι στο ποτάμι, με φως να πέφτει, και οι κουβέντες στο αυτοκίνητο χτίζουν την οικειότητα του συνοδοιπόρου. Είμαστε κουρασμένοι, θέλουμε να φτάσουμε στον προορισμό μας, αλλά η θέα μας γεμίζει δέος, και παίρνουμε δύναμη από την ομορφιά.


Μας περιμένει το συνέδριο και η πόλη. Η Κλουζ μας υποδέχεται νύχτα, μετά από 21 ώρες στο δρόμο. Μια πόλη αξιοπρεπούς μεγέθους, στην καρδιά της Τρανσυλβανίας, με κτίρια από ολόκληρο το φάσμα της ιστορίας της, και φοιτητόκοσμο. Πολύ φοιτητόκοσμο (περίπου το ένα τρίτο των κατοίκων, όπως μάθαμε!). Πέρσι, μάλιστα, ήταν Ευρωπαϊκή Πόλη Νεότητας. 


Η πρώτη ηλιόλουστη μέρα ήταν και η μοναδική ημέρα που βρέθηκε ο χρόνος να απομακρυνθούμε λιγάκι από τον πολυπληθή συνεδριακό χώρο. Ποιός τη χάρη μας! Πρώτη εξόρμηση, ο Βοτανικός Κήπος, με φθινοπωρινή ενδυμασία.



Καφεδάκι στο "Νούμερο 8, Coffee & Social Affairs". Bρίσκουμε τους φίλους μας, ανάμεσά τους και ένας ντόπιος - συζητάμε, μαθαίνουμε, κάνουμε το πλάνο της ημέρας με ένα τσάι.



Παντού σχολεία και σχολές πανεπιστημιακές. Το γεγονός οτι η Ρουμάνικη είναι λατινογενής γλώσσα μας την κάνει πιο οικεία, και εύκολα μαντεύουμε το νόημα των πινακίδων. 


Το μάτι του ξένου διερευνά, δεν θεωρεί τίποτα δεδομένο. Για τον ξένο όλα είναι καινούργια και θαυμαστά, και τα νοήματα συναρμολογούνται σιγά-σιγά, σαν παζλ. Τα οικεία τα συνηθίζουμε και εύκολα τα προσπερνάμε αστόχαστα, αλλά τα καινούργια γίνονται εναύσματα συλλογισμών (ένα παράδειγμα: τα γραφεία τελετών, που ήταν πάντα χαρούμενα στολισμένα με λουλούδια και ονόματα τύπου "αιωνιότητα", "ανάπαυση", "για πάντα", κτλ).



Μέσα στην ιστορία της πόλης εμπλέκεται και ο κομμουνισμός. Τεράστιες πολυκατοικίες, ψηλές και σχετικά ομοιόμορφες υψώνονταν σε διάφορα σημεία της πόλης - όχι τα άχαρα κουτιά του Βελιγραδίου, ούτε οι τρομακτικοί κύβοι των δικών μας εργατικών πολυκατοικιών, όμως: εδώ υπήρχαν μικρές καμπύλες, μπαλκονάκια στρογγυλά, παραθυράκια τοξωτά. Να σπάει το ίσιο το αφύσικο, να παίζει λίγο το μάτι. Ο εναλλακτικός τουριστικός οδηγός που συμβουλεύτηκα είχε και ειδικές διαδρομές για να θαυμάσει ο ανήσυχος τουρίστας τα απομεινάρια του κομμουνιστικού παραδείσου! Στο μεταξύ ο ντόπιος φίλος μας μας πήγε σ' ένα "παραδοσιακό" εστιατόριο (απομεινάρι κι αυτό από την εποχή του κομμουνισμού, στο οποίο έτρωγε η μητέρα του ως φοιτήτρια) και φάγαμε "λάχανο αλά κλουζ" (βαρύ αλλά πεντανόστιμο!) Και για γλυκό... Απ' την πλατεία πήραμε γλυκό ψωμί σε κύλινδρο (όχι, δεν είναι γύρος).


Πόλη δε γίνεται χωρίς παζάρι, χωρίς αγορά υπαίθρια, χωρίς πάγκους και παραδοσιακά προϊόντα. Εδώ υπήρχαν κεντημένα πουκάμισα, υφαντά, κοσμήματα με χάντρες, ξυλόγλυπτα κουτάλια, παιχνίδια και κουζινικά, κεραμεικά, είδη από μαλλί προβάτου. Και κρύσταλλοι: πολλοί, μεγάλοι, και πανέμορφοι, από κοντινά ορυχεία. Βόρεια πράγματα, αλλιώτικα από τα δικά μας γι αυτό τόσο γοητευτικά.





Με γοήτευσαν τα παλιά κτίρια και οι κήποι, τα πάρκα με τα πεσμένα φύλλα, οι μικρές στοές που ξεκινούσαν από τους κεντρικούς δρόμους και οδηγούσαν σε καθημερινές ατημέλητες αυλές ή μαγικά μπαράκια, οι εκκλησίες με τις τεράστιες αγιογραφίες απέξω. Και τα αγάλματα των παλιών πολέμαρχων που μου θύμισαν τον Αστερίξ!









Με γοήτευσε η χορωδία του ορθόδοξου καθεδρικού ναού που επισκεφθήκαμε την Κυριακή το πρωί - ήταν κατάμεστος από κόσμο όλων των ηλικιών που όντως συμμετείχε με ευλάβεια που την ένιωθες στον ίδιο τον αέρα τριγύρω.




Το Σαββατόβραδο τα περισσότερα μπαράκια είχανε πάρτυ χαλλοουίν. Η καρδιά της Τρανσυλβανίας πάντα χτυπούσε πιο δυνατά τα βράδια, καθώς φαίνεται! Κάτι η γιορτή, κάτι η εποχή, σε όλη την πόλη έβρισκες κολοκύθες!







Πρέπει να ομολογήσω οτι ενώ γενικά ποτέ δεν θα επέλεγα μία πόλη για να κάνω διακοπές, καθότι δεν αγαπώ τα αστικά περιβάλλοντα, στην Κλουζ θα ξαναερχόμουν πολύ ευχαρίστως για να μείνω περισσότερο. Να περπατήσω στα σοκάκια, να πιώ καφεδάκια και μπύρες σε χεβυμεταλλάδικα μπαράκια, να παζαρέψω κρυστάλλους, να δοκιμάσω τα γιγάντια κομμάτια σοκολάτας και τα άγρια μανιτάρια τουρσί, να ακούσω μία ολόκληρη λειτουργία με αυτή  την υπέροχη χορωδία, να μιλήσω με ντόπιους, να πάω στο θέατρο, να ακούσω παραδοσιακή τρανσυλβανική μουσική με αυλούς και βιολιά (εδώ η μουσική τρανς έχει άλλο νόημα!)













Γυρνώντας πίσω από κάθε ταξίδι κουβαλάω σπόρους, κρυστάλλους, σουβενίρ για τα παιδιά μου, και εικόνες. Αυτή τη φορά κουβαλάω και την επιθυμία να ξαναγυρίσω, να εξερευνήσω, να απορροφήσω λίγη ακόμα από την ζεστή φιλική ατμόσφαιρα της πόλης και της χώρας ετούτης. Στο επανειδείν.